Categoria:Voci verbali in greco antico
Aspetto
Pagine nella categoria "Voci verbali in greco antico"
Questa categoria contiene le 200 pagine indicate di seguito, su un totale di 833.
(pagina precedente) (pagina successiva)Ε
Λ
Ἀ
Ἑ
- ἑόρακα
- ἑόρακας
- ἑόρακε
- ἑόρακεν
- ἑόραμαι
- ἑόρανται
- ἑόρασαι
- ἑόρασθε
- ἑόρασθον
- ἑόρασο
- ἑόραται
- ἑώρα
- ἑώραε
- ἑώραεν
- ἑώραες
- ἑώρακα
- ἑώρακας
- ἑώρακε
- ἑώρακεν
- ἑώραμαι
- ἑώρανται
- ἑώραντο
- ἑώραον
- ἑώρας
- ἑώρασαι
- ἑώρασθε
- ἑώρασθον
- ἑώρασο
- ἑώραται
- ἑώρατο
- ἑώρηκα
- ἑώρηκας
- ἑώρηκε
- ἑώρηκεν
- ἑώρων
- ἑοράκαμεν
- ἑοράκασι
- ἑοράκασιν
- ἑοράκατε
- ἑοράκατον
- ἑοράκετε
- ἑοράκετον
- ἑοράκῃ
- ἑοράκῃς
- ἑοράκητε
- ἑοράκητον
- ἑοράκοι
- ἑοράκοιεν
- ἑοράκοιμεν
- ἑοράκοιμι
- ἑοράκοις
- ἑοράκοιτε
- ἑοράκοιτον
- ἑοράκω
- ἑοράκωμεν
- ἑοράκωσι
- ἑοράκωσιν
- ἑοράμεθα
- ἑοράσθω
- ἑοράσθων
- ἑορώρηκα
- ἑορώρηκας
- ἑορώρηκε
- ἑορώρηκεν
- ἑορᾶσθαι
- ἑορακέναι
- ἑορακέτω
- ἑορακέτων
- ἑορακόντων
- ἑορακός
- ἑορακώς
- ἑορακοίη
- ἑορακοίην
- ἑορακοίης
- ἑορακοίτην
- ἑορακυῖα
- ἑοραμένη
- ἑοραμένοι
- ἑοραμένον
- ἑοραμένος
- ἑοραμένω
- ἑορωρήκαμεν
- ἑορωρήκασι
- ἑορωρήκασιν
- ἑορωρήκατε
- ἑορωρήκατον
- ἑορωρήκετε
- ἑορωρήκετον
- ἑορωρήκῃ
- ἑορωρήκῃς
- ἑορωρήκητε
- ἑορωρήκητον
- ἑορωρήκοι
- ἑορωρήκοιεν
- ἑορωρήκοιμεν
- ἑορωρήκοιμι
- ἑορωρήκοις
- ἑορωρήκοιτε
- ἑορωρήκοιτον
- ἑορωρήκω
- ἑορωρήκωμεν
- ἑορωρήκωσι
- ἑορωρήκωσιν
- ἑορωρηκέναι
- ἑορωρηκέτω
- ἑορωρηκέτων
- ἑορωρηκόντων
- ἑορωρηκός
- ἑορωρηκώς
- ἑορωρηκοίη
- ἑορωρηκοίην
- ἑορωρηκοίης
- ἑορωρηκυῖα
- ἑωράεσθε
- ἑωράεσθον
- ἑωράετε
- ἑωράετο
- ἑωράετον
- ἑωράκαμεν
- ἑωράκαμες
- ἑωράκαντι
- ἑωράκασι
- ἑωράκασιν
- ἑωράκατε
- ἑωράκατον
- ἑωράκει
- ἑωράκειν
- ἑωράκεις
- ἑωράκεμεν
- ἑωράκεσαν
- ἑωράκετε
- ἑωράκετον
- ἑωράκη
- ἑωράκῃ
- ἑωράκῃς
- ἑωράκης
- ἑωράκητε
- ἑωράκητον
- ἑωράκοι
- ἑωράκοιεν
- ἑωράκοιμεν
- ἑωράκοιμες
- ἑωράκοιμι
- ἑωράκοις
- ἑωράκοιτε
- ἑωράκοιτον
- ἑωράκω
- ἑωράκωμεν
- ἑωράκωμες
- ἑωράκωντι
- ἑωράκωσι
- ἑωράκωσιν
- ἑωράμεθα
- ἑωράμην
- ἑωράομεν
- ἑωράοντο
- ἑωράου
- ἑωράσθην
- ἑωράσθω
- ἑωράσθων
- ἑωράτην
- ἑωρήκαμεν
- ἑωρήκασι
- ἑωρήκασιν
- ἑωρήκατε
- ἑωρήκατον
- ἑωρήκετε
- ἑωρήκετον
- ἑωρήκῃ
- ἑωρήκῃς
- ἑωρήκητε
- ἑωρήκητον
- ἑωρήκοι